πνευματικός


πνευματικός
πνευματικός, ή, όν духовный (противопоставляется не только плотскому началу, σωματικόν, но и душевному, ψυχικόν)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πνευματικός" в других словарях:

  • πνευματικός — ή, ό 1) умственный, интеллектуальный; 2) духовный, нравственный; ΦΡ. πνευματικός πατέρας ο духовный отец; 3) ο исповедующий священник, исповедник, духовник …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • πνευματικός — of wind masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνευματικός — ή, ό / πνευματικός, ή, όν, ΝΜΑ, και πνευματικός, Ν [πνεύμα, ατος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο πνεύμα (α. «πνευματική επικοινωνία» β. «κινήσεις πνευματικαί», Αριστοτ.) 2. αυτός που αποτελείται από πνεύμα, ο άυλος 3. φρ. α) «πνευματικά… …   Dictionary of Greek

  • πνευματικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στο πνεύμα: Από τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα είναι και η πνευματική ελευθερία. 2. ο άυλος, ο ασώματος: Οι άγγελοι είναι πνευματικά όντα. 3. το αρσ. ως ουσ., ο πνευματικός ο εξομολογητής ιερέας, αλλιώς… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πνευματικός — [пнэвматикос] επ. духовный, умственный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πνευματικός — [пнэвматикос] ουσ. а. (θρησκ.) исповедник, духовник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πνευματικά — πνευματικός of wind neut nom/voc/acc pl πνευματικά̱ , πνευματικός of wind fem nom/voc/acc dual πνευματικά̱ , πνευματικός of wind fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνευματικώτερον — πνευματικός of wind adverbial comp πνευματικός of wind masc acc comp sg πνευματικός of wind neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνευματικωτέρων — πνευματικός of wind fem gen comp pl πνευματικός of wind masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνευματικῶν — πνευματικός of wind fem gen pl πνευματικός of wind masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνευματικόν — πνευματικός of wind masc acc sg πνευματικός of wind neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)